Απο τότε που έφυγε απο αυτή την πόλη, κατάλαβε τι είναι ξεχωριστό γι' αυτόν σε αυτήν.
Εδώ μεγάλωσε, αλλά μόνο σε ένα μικρό κομμάτι της.
"Μεγάλα πεζοδρόμια, μονοκατοικίες, όλα τα έφαγαν ρε μαλάκα, να τους χέσω,
τους κωλοεργολάβους και τους αρχιτέκτονες εξ Ιταλίας. Νέα Σ ίσον Πάουερ ρε φίλε, αυτή είναι η γειτονιά μας!"
Λίγο τον ένοιαζε. Τα μεγάλα πεζοδρόμια δε τα φχαριστήθηκε, ούτε τις πλατείες, ούτε τις καφετέριες, ούτε και τα μπαρ. Μεγαλώνοντας μόνο πήγαινε σε κακόφημα στενά του κέντρου, και αγόραζε κόμιξ ή παλιές μουσικές και πειρατικά βιντεοπαιχνίδια. Η πόλη τον έμαθε πράγματα αλλά δεν τον σχημάτισε.
Προφανώς ούτε και τον διάβρωσε, ας μη γελιόμαστε. Τον φόβισε, ναι. Τον απομάκρυνε κιόλας.
Αλλά ένα πράγμα πάντα του άρεσε, και μάλιστα με ένα περίεργο τρόπο, όπως μπορεί να αρέσει σε κάποιον η κομπόστα αλλά να μη του αρέσει κανένα γλυκό που έχει κομπόστα. Του άρεσε το Σάββατο, που μπορούσε να γυρνάει σπίτι όποτε θέλει. Δηλαδή, Κυριακή πρωί. Δεν τον ένοιαζε. Ακόμα και αν έπρεπε να περπατήσει μισή ώρα, σαράντα λεπτά, μεθυσμένος ή όχι, κατάφερνε πάντα να γυρίσει σπίτι σώος, αβλαβής και χαρούμενος που ξόδεψε τα λεφτά του στο αλκοόλ και όχι στο ντίζελ.
Αυτό το βράδυ ήταν μόνος. Η πλατεία της γειτονιάς τον φιλοξένησε. Τα μεγάλα πεζοδρόμια χρησίμευσαν. Οι ζαρντινιέρες έγιναν και ουρητήρια και θέα και ευωδιά. Και δεν ήταν μόνος. Εδώ μεγάλωσε, και μαζί του μια οικογένεια. Έκανε υπομονή, απο Σάββατο θα γινόταν Κυριακή. Και μπορεί να μη μπορούσε να γυρίσει ό,τι ώρα ήθελε σπίτι. Αλλά ένιωθε οτι δε χρειαζόταν να φύγει απο το σπίτι.
Λούης
Εδώ μεγάλωσε, αλλά μόνο σε ένα μικρό κομμάτι της.
"Μεγάλα πεζοδρόμια, μονοκατοικίες, όλα τα έφαγαν ρε μαλάκα, να τους χέσω,
τους κωλοεργολάβους και τους αρχιτέκτονες εξ Ιταλίας. Νέα Σ ίσον Πάουερ ρε φίλε, αυτή είναι η γειτονιά μας!"
Λίγο τον ένοιαζε. Τα μεγάλα πεζοδρόμια δε τα φχαριστήθηκε, ούτε τις πλατείες, ούτε τις καφετέριες, ούτε και τα μπαρ. Μεγαλώνοντας μόνο πήγαινε σε κακόφημα στενά του κέντρου, και αγόραζε κόμιξ ή παλιές μουσικές και πειρατικά βιντεοπαιχνίδια. Η πόλη τον έμαθε πράγματα αλλά δεν τον σχημάτισε.
Προφανώς ούτε και τον διάβρωσε, ας μη γελιόμαστε. Τον φόβισε, ναι. Τον απομάκρυνε κιόλας.
Αλλά ένα πράγμα πάντα του άρεσε, και μάλιστα με ένα περίεργο τρόπο, όπως μπορεί να αρέσει σε κάποιον η κομπόστα αλλά να μη του αρέσει κανένα γλυκό που έχει κομπόστα. Του άρεσε το Σάββατο, που μπορούσε να γυρνάει σπίτι όποτε θέλει. Δηλαδή, Κυριακή πρωί. Δεν τον ένοιαζε. Ακόμα και αν έπρεπε να περπατήσει μισή ώρα, σαράντα λεπτά, μεθυσμένος ή όχι, κατάφερνε πάντα να γυρίσει σπίτι σώος, αβλαβής και χαρούμενος που ξόδεψε τα λεφτά του στο αλκοόλ και όχι στο ντίζελ.
Αυτό το βράδυ ήταν μόνος. Η πλατεία της γειτονιάς τον φιλοξένησε. Τα μεγάλα πεζοδρόμια χρησίμευσαν. Οι ζαρντινιέρες έγιναν και ουρητήρια και θέα και ευωδιά. Και δεν ήταν μόνος. Εδώ μεγάλωσε, και μαζί του μια οικογένεια. Έκανε υπομονή, απο Σάββατο θα γινόταν Κυριακή. Και μπορεί να μη μπορούσε να γυρίσει ό,τι ώρα ήθελε σπίτι. Αλλά ένιωθε οτι δε χρειαζόταν να φύγει απο το σπίτι.
Λούης
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου