Αν ξύπνησα και ήθελα να φύγω μακριά απο κάποιους, δε το είπα σε κανέναν.
Αν συνάντησα όμορφα πράγματα στο δρόμο, θέλησα να κλάψω και να κρυφτώ αντί να γελάσω.
Ευχήθηκα να ήμουν ξεχωριστός, ένα τραγούδι λέει το ίδιο, και μετά είδα οτι είμαι
ένα φρικιό, δεν ανήκω εδώ που βρίσκομαι, και κάθε πρωί που ξυπνάω, αναρωτιέμαι αν κάποιος πρόσεξε
οτι λείπω απο κάποιο κρεβάτι.
Τρέχω, τρέχω, τρέχω, τρέχω, ξανά τρέχω και φεύγω να αναζητήσω αυτό που μου αρέσει.
Τα αυτοκίνητα τρέχουν πιο γρήγορα και κανένας δε βλέπει τις λαστιχιές και την κάπνα.
Το πλήθος αδιαφορεί. Ο θόρυβος του κρύβει τη μελωδία μου και το παραμιλητό μου.
Το πλήθος δεν ακούει τη μεγαλύτερη μελωδία και θα χάσει την παράσταση. Τα μάτια σφάλισαν, οι μύτες βούλωσαν, οι γλώσσες πάνιασαν, τα αυτιά δίπλωσαν και κατάρρευσαν σαν υπόγεια σπήλαια. Τα δάχτυλα ίδρωσαν και όλα γλιστρούν.
Ο αναγνώστης δε νοιάστηκε ποτέ για τον συγγραφέα. Θα σκεφτείς εσύ γιατί τα έγραψα εγώ αυτά;
Εγώ σκέφτηκα γιατί μπορεί να θες να τα διαβάσεις.
Απ'το μυαλό μου πέρασε η βροχή των διαθέσεων σου, το mood σου, η φάση σου, το χθες σου, ο καφές σου, το τσιγάρο σου, η ροδέλα του ποντικιού σου, το μετά σου, το μετρό, το πεζοδρόμιο, η γεμάτη καφετιέρα και το άδειο πορτοφόλι.
Σκέψου εσύ κι εμένα, σκέψου τα ίχνη στο πληκτρολόγιο, στο ποντίκι, στο σταχτοδοχείο, στον καθρέφτη, στον γείτονα, στην τράπεζα, στην εφορία, στο πάτωμα, στη σκόνη.
Αν μπήκες στη φάση να τα σκεφτείς, τότε η εισαγωγική ανάρτηση του ιστολογίου Υπερβολές πέτυχε το σκοπό της. Θα έχεις το νου σου στον δίπλα σου. Το νού. Σου.
Λούης
Αν συνάντησα όμορφα πράγματα στο δρόμο, θέλησα να κλάψω και να κρυφτώ αντί να γελάσω.
Ευχήθηκα να ήμουν ξεχωριστός, ένα τραγούδι λέει το ίδιο, και μετά είδα οτι είμαι
ένα φρικιό, δεν ανήκω εδώ που βρίσκομαι, και κάθε πρωί που ξυπνάω, αναρωτιέμαι αν κάποιος πρόσεξε
οτι λείπω απο κάποιο κρεβάτι.
Τρέχω, τρέχω, τρέχω, τρέχω, ξανά τρέχω και φεύγω να αναζητήσω αυτό που μου αρέσει.
Τα αυτοκίνητα τρέχουν πιο γρήγορα και κανένας δε βλέπει τις λαστιχιές και την κάπνα.
Το πλήθος αδιαφορεί. Ο θόρυβος του κρύβει τη μελωδία μου και το παραμιλητό μου.
Το πλήθος δεν ακούει τη μεγαλύτερη μελωδία και θα χάσει την παράσταση. Τα μάτια σφάλισαν, οι μύτες βούλωσαν, οι γλώσσες πάνιασαν, τα αυτιά δίπλωσαν και κατάρρευσαν σαν υπόγεια σπήλαια. Τα δάχτυλα ίδρωσαν και όλα γλιστρούν.
Ο αναγνώστης δε νοιάστηκε ποτέ για τον συγγραφέα. Θα σκεφτείς εσύ γιατί τα έγραψα εγώ αυτά;
Εγώ σκέφτηκα γιατί μπορεί να θες να τα διαβάσεις.
Απ'το μυαλό μου πέρασε η βροχή των διαθέσεων σου, το mood σου, η φάση σου, το χθες σου, ο καφές σου, το τσιγάρο σου, η ροδέλα του ποντικιού σου, το μετά σου, το μετρό, το πεζοδρόμιο, η γεμάτη καφετιέρα και το άδειο πορτοφόλι.
Σκέψου εσύ κι εμένα, σκέψου τα ίχνη στο πληκτρολόγιο, στο ποντίκι, στο σταχτοδοχείο, στον καθρέφτη, στον γείτονα, στην τράπεζα, στην εφορία, στο πάτωμα, στη σκόνη.
Αν μπήκες στη φάση να τα σκεφτείς, τότε η εισαγωγική ανάρτηση του ιστολογίου Υπερβολές πέτυχε το σκοπό της. Θα έχεις το νου σου στον δίπλα σου. Το νού. Σου.
Λούης